Skip to main content

Posts

Άσπρες νύχτες

Βαρύ το πέπλο που έστρωσε ο χειμώνας εφέτος, που τις καρδιές μας κάλυψε με της ανημποριάς τ' ανίατο μαράζι. Το μυαλό ξεχείλισε ενδορφίνες, κομπίνες που σκαρώνει ο νους τις νύχτες, ώστε τα δεσμά του να ραΐσει. Μα ήταν άσπρες νύχτες, όχι μέρες, μια κι οι τελευταίες γιομίσαν προ πολλού με πορφυρές πληγές απόκρυφες, κοινά μυστικές. Για δες παράξενες που είν' οι απολαύσεις.

Κυκλώνος όμμα

  Να, κάτι τέτοια δειλινά του φθινοπώρου, μόνο ένα είναι τούτο που ποθώ: να χαθώ στων κυκλώνων τ’ απροσπέλαστα τα μάτια, μια κι είν’ τα μόνα που θυμίζουν τα δικά σου, με το πνεύμα στους στροβίλους τυλιγμένο πια σφιχτά, μα με σκέψη μαγκωμένη νοερά, παγωμένη μπρος σε σπίθες αναμένουσες γοερά.

Δυσανάλογοι εχθροί

Θα δεις, να με θυμηθείς, η θερινή ξεγνοιασιά αναβοσβήνει εκεί, με δυο γουλιές κρασί, σε τραπεζάκια γκρι, θυρών κλειστών, σε μια σιγή, άδειων κλινών, ανεπιστρεπτί.   Κι η βουή, αντηχεί εκεί, στου έρωτα τα σπήλαια βαθιά μες στη γη, με την ψύχρα μεμιάς τον ίσκιο να διαπερνά, της θέλησης που σπαρταρά, μιας έκρηξης ερείπια.   Με τις σωρεύσεις στοιβαγμένες στα, μάταια όνειρα, που νοσταλγούνται τόσο απρόσκοπτα, κάτω απ' τ' αστέρια κι απ' το θόλο αυτό, που κρατάει συντροφιά σε κορμιά έρημα.   Και σα δεις ότι το ξημέρωμα χαράζει μα, απορείς, που ο πετεινός δε λαλεί πια, μια και τόνε απαρνήθηκες ξανά, να μου το θυμηθείς, δεν είναι ακόμη τόσο αργά για να, στρέψεις το κεφάλι μπρος προς τα ανοιχτά, στης λαοθάλασσας τα πέλαγα, που επικάλυψαν αστάθμητα, κόσμοι ιδεατοί, δυσανάλογοι εχθροί .

Φίλοι της φωτιάς

  Είναι που στην αρχή, όλα μοιάζουν σα μια βουνοκορφή, είναι που στη σιωπή ο φόβος τούτος ξανά σε καρτερεί, είναι που τις νυχτιές ξύνεις δυσεπούλωτες πληγές, είναι κάτι ευχές που σου προδιέγραψαν το άμοιρο το χθες.   Στις ακρογιαλιές, πέρα στους γιαλούς που έλεγες, πού ο κόσμος πάει, μα ο χρόνος δεν ξαναγυρνάει, είναι λοιπόν καιρός, με την τύχη να ‘ρθεις τετ-α-τετ, και που το ξέρεις; Τι κι αν όλα τελικά είναι που έρχονται;   Έλα χόρεψε, δεν ειν’ καιρός για εκπλήξεις και άσπρα όνειρα, έστω κι αν δε θες, να γοητευτείς από ιδέες τόσο μη υποσχόμενες, να, έλα και δες, τα πιο τρελά όνειρα είναι αυτά που κυνηγάς, που τα ελησμονάς μακροχρόνια, όχι αιώνια, πραγματικά, θέμα λήξαν.   Έλα μάντεψε, πιο χαμένες είν’ οι ώρες που μετάνιωσες, που στο τηλέφωνο καθόσουν και αράδιαζες, χίλιες δυο λέξεις ασταθείς με κούφιο νόημα, μια ζωή λήθης άξια, πάντα άξιοι οι δυνατοί.   Στους διαδρόμους νιάτα έφαγες, τη ζωή σου όλη επένδυσες, έπειτα σ...

Φάτσα-φόρα

Στα φώτα της πόλης πλανιέμαι ξανά, στη λάμψη του ίσκιου μου, στο απλό αυτό μειδίαμα, μάρτυρας της ζωής κι αυτό, της έκφρασης, της χημείας, ανθρώπων που αντιστάθηκαν τ’ αστέρια ν’ αρνηθούν.   Σε τούτο το καράβι που σαλπάρει, με μένα πλώρη, στο κύμα φάτσα-φόρα, για τόσο μακρά ώρα, σε τούτο το κατάστρωμα που γλίστραγε, στέκει η μοίρα, απανταχού παρούσα, αχνά, μες στην αρμύρα.   Στο σύντομο αυτό ταξίδι που επέλεξα να ζήσω, πέρα απ’ του χειμάρρου τους ψιθύρους και τις πόρτες, ερμητικά κλειστές στο λόγο, στη διαφορά, λαγωνικό επικίνδυνο, καχύποπτο, τι συμφορά!   Σαν φτάνω στο πηγάδι, στου δρόμου αυτού το τέρμα, απόλαυσ’ αέρα φρέσκο, τι δικαίωση, τι δροσιά, που ξάφνου, όπως η όαση, με ρούφηξε μεμιάς, σαν τ’ όνειρο ότι ξέφυγα απ’ της ζωής το τέλμα.   Βυθίστηκα στα άδυτα της δίνης, της επιθυμίας, μαγεύτηκα απ’ τα ξόρκια της σιωπής τα τόσο αόρατα, που χάραξαν την τύχη μου στην αχανή αυτή σφαίρα, με το έσχατο και τ’ άγνωστο αιώνια...